Θέμα: Εισαγωγικό Σημείωμα προς τους Συλλόγους και τους Συνάδελφους - Κεντρικοποίηση
Συνάδελφοι,
Με δεδομένη την απογοητευτική εικόνα που εισπράττουμε από τη Διοίκηση και την Κυβέρνηση απέναντι στα δίκαια οικονομικά μας αιτήματα, την εμμονή τους στην επέκταση της κεντρικοποίησης με την κατάργηση της χωρικής αρμοδιότητας, τη μη πρόθεση περιορισμού των ανέφικτων στόχων, καθώς και τις απαράδεκτες συμπεριφορές αυταρχισμού και τις απειλές ανώτατων υπηρεσιακών παραγόντων, οφείλουμε να αναλάβουμε αμέσως συνδικαλιστικές και θεσμικές πρωτοβουλίες.
Στην επικείμενη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ομοσπονδίας, η Συνεργασία Ανεξάρτητων Σχημάτων (Σ.Α.Σ.) καταθέτει τέσσερις ολοκληρωμένες προτάσεις δράσης:
1. Καταγγελία της συγκάλυψης της περσινής έρευνας ικανοποίησης προσωπικού από τη Διοίκηση της ΑΑΔΕ και κατάθεση πλήρους σχεδίου για τη διεξαγωγή ανεξάρτητης επιστημονικής έρευνας υπό την αιγίδα της Ομοσπονδίας σε συνεργασία με ΟΤΥΕ.
2. Απόδοση ευθυνών στη Διοίκηση για τα μεγάλα οικονομικά κυκλώματα που αποκαλύπτονται –τα οποία συνδέονται άμεσα με την απαξίωση των υπηρεσιών μας– με βάση τις ομόφωνες συνεδριακές αποφάσεις του κλάδου. Ειδική αναφορά διοικητικών ευθυνών για το άρθρο 28 του Κ.Φ.Δ.
3. Ολοκληρωμένο σχέδιο ανάδειξης όλων των οξυμένων προβλημάτων που προκύπτουν στη Γενική Διεύθυνση Δ.Ε.Ο.Σ., σε στενή συνεργασία και συντονισμό με την Ο.Τ.Υ.Ε..
4. Σχέδιο Επιχειρηματολογίας ενάντια στην Κεντρικοποίηση, το οποίο λειτουργεί ως πρακτικός βοηθητικός οδηγός για τους πρωτοβάθμιους συλλόγους ενόψει των επαφών με τοπικούς φορείς, δημάρχους, επιμελητήρια και βουλευτές. Επειδή η Εκτελεστική Επιτροπή συνεχώς αναβάλλεται και γνωρίζουμε ότι πολλοί σύλλογοι σε όλη τη
χώρα έχουν άμεση ανάγκη από αυτό το υλικό για τις τοπικές τους παρεμβάσεις, σας αποστέλλουμε αυτούσιο το Σχέδιο Επιχειρηματολογίας, ώστε να μην χαθεί άλλος πολύτιμος χρόνος μέχρι την τυπική του έγκριση
ΣΧΕΔΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Βοηθητικός Οδηγός Πρωτοβάθμιων Συλλόγων για Επαφές με Βουλευτές, Δημάρχους, Επιμελητήρια & Τοπικούς Φορείς
Εισαγωγικό Πλαίσιο & Στόχευση
Το υπάρχον κείμενο κινείται κυρίως σε άξονες κοινωνικής δικαιοσύνης, περιφερειακής ανάπτυξης και εργασιακών επιπτώσεων. Για να γίνει πιο ισχυρό απέναντι σε βουλευτές, δημάρχους, επιμελητήρια και επαγγελματικούς φορείς, προτείνονται επιχειρήματα που συνδέονται με:
- Αποτελεσματικότητα των ελέγχων
- Δημόσια έσοδα
- Ανθεκτικότητα της διοίκησης
- Εξυπηρέτηση πολιτών
- Συνταγματικές και αναπτυξιακές διαστάσεις
1. Διατήρηση και Ενίσχυση της Περιφερειακής Παρουσίας των Φορολογικών Υπηρεσιών
Η σχεδιαζόμενη κατάργηση της χωρικής αρμοδιότητας και η μεταφορά ολοένα και περισσότερων φορολογικών, ελεγκτικών και εισπρακτικών αρμοδιοτήτων σε υπερσυγκεντρωμένα κεντρικά σχήματα συνιστά μία επιλογή με σημαντικές συνέπειες όχι μόνο για τους εργαζομένους στις φορολογικές υπηρεσίες, αλλά κυρίως για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις, την τοπική οικονομία και την ίδια την αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης.
Η συζήτηση που διεξάγεται δεν αφορά ένα εσωτερικό οργανωτικό ζήτημα της ΑΑΔΕ ούτε ένα στενά υπηρεσιακό αίτημα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επιλέγει να ασκεί τις αρμοδιότητές του, να εξυπηρετεί τους πολίτες, να στηρίζει την περιφερειακή ανάπτυξη και να διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των δημοσίων εσόδων.
2. Ψηφιοποίηση και Αποκέντρωση: Συμπληρωματικές και Όχι Αντίθετες Επιλογές
Τα τελευταία χρόνια η κεντρικοποίηση παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη συνέπεια της ψηφιοποίησης. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Η τεχνολογία και η αποκέντρωση δεν αποτελούν αντίθετες επιλογές. Αντιθέτως, σε όλα τα σύγχρονα ευρωπαϊκά διοικητικά συστήματα η ψηφιοποίηση χρησιμοποιείται ως εργαλείο για τη βελτίωση της πρόσβασης των πολιτών στις δημόσιες υπηρεσίες και όχι ως μηχανισμός απομάκρυνσης της διοίκησης από τις τοπικές κοινωνίες.
Η ύπαρξη ηλεκτρονικών εφαρμογών, πλατφορμών και αυτοματοποιημένων διαδικασιών δεν καταργεί την ανάγκη φυσικής παρουσίας της διοίκησης εκεί όπου ζουν και δραστηριοποιούνται οι πολίτες. Αντιθέτως, η ψηφιοποίηση οφείλει να λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις τοπικές υπηρεσίες, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητά τους και διευκολύνοντας την επικοινωνία μεταξύ κράτους και κοινωνίας.
3. Διοικητικό Κόστος, Ψηφιακό Χάσμα και Ισότιμη Πρόσβαση των Πολιτών
Η εμπειρία των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι η μεταφορά αρμοδιοτήτων σε κεντρικά σχήματα δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από απλούστευση των διαδικασιών. Στην πράξη, μεγάλο μέρος του διοικητικού κόστους μεταφέρθηκε στους πολίτες, στους ελεύθερους επαγγελματίες και στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Οι φορολογούμενοι καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξανόμενες ψηφιακές υποχρεώσεις, να επωμίζονται πρόσθετα λογιστικά και διοικητικά κόστη και συχνά να αναζητούν λύσεις σε απρόσωπα τηλεφωνικά κέντρα ή ηλεκτρονικές υπηρεσίες με μεγάλους χρόνους απόκρισης.
Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη στις νησιωτικές, ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, όπου η φυσική παρουσία μιας λειτουργικής δημόσιας υπηρεσίας εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ισότιμης πρόσβασης των πολιτών στο κράτος.
Η συνεχής επίκληση της ψηφιοποίησης ως λόγου για την αποδυνάμωση των τοπικών υπηρεσιών παραβλέπει επίσης μια ουσιαστική πραγματικότητα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές ανισότητες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας ως προς τις ψηφιακές δεξιότητες, την πρόσβαση σε ψηφιακές υπηρεσίες και τη δυνατότητα αξιοποίησής τους από όλες τις κοινωνικές ομάδες. Η διοίκηση οφείλει να προσαρμόζεται στις ανάγκες των πολιτών και όχι να θεωρεί δεδομένο ότι όλοι διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης και εξυπηρέτησης.
4. Αποτελεσματικότητα Φορολογικών Ελέγχων και η Αξία της Τοπικής Γνώσης
Παράλληλα, η κεντρικοποίηση παρουσιάζεται συχνά ως μέσο ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των φορολογικών ελέγχων. Ωστόσο, η αποτελεσματική φορολογική συμμόρφωση και η ουσιαστική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν επιτυγχάνονται αποκλειστικά μέσω πληροφοριακών συστημάτων, διασταυρώσεων και αλγορίθμων. Η πραγματική οικονομία λειτουργεί μέσα σε συγκεκριμένα τοπικά περιβάλλοντα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία γνωρίζουν καλύτερα οι υπηρεσίες που βρίσκονται διαρκώς σε επαφή με την περιοχή τους.
Οι ελεγκτές που υπηρετούν επί σειρά ετών σε μια περιφέρεια διαθέτουν πολύτιμη γνώση της τοπικής αγοράς, της διάρθρωσης των επιχειρήσεων, των ιδιαιτεροτήτων κάθε παραγωγικού κλάδου, των δικτύων συναλλαγών και των μορφών παραβατικότητας που εμφανίζονται σε κάθε περιοχή.
Η γνώση αυτή δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε μια βάση δεδομένων ούτε να αντικατασταθεί από κάποιο πληροφοριακό σύστημα. Η εμπειρία, η φυσική παρουσία και η επαφή με την πραγματική οικονομία αποτελούν κρίσιμα εργαλεία άσκησης αποτελεσματικού ελεγκτικού έργου. Η αποδυνάμωση των περιφερειακών ελεγκτικών δομών στερεί από τη φορολογική διοίκηση ένα σημαντικό πλεονέκτημα και ενδέχεται να απομακρύνει τον έλεγχο από τις πραγματικές εστίες παραβατικότητας.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και το γεγονός ότι μεγάλες υποθέσεις οικονομικής εγκληματικότητας και οργανωμένης απάτης που απασχολούν κατά καιρούς την επικαιρότητα αποκαλύπτονται συχνά ύστερα από έρευνες εξειδικευμένων διωκτικών αρχών και όχι ως αποτέλεσμα των υπερσυγκεντρωμένων διοικητικών δομών. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ότι η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με αποτελεσματικότερο έλεγχο. Αντιθέτως, η υπερσυγκέντρωση εξουσιών και πληροφοριών ενδέχεται να δημιουργεί πρόσθετα φίλτρα, καθυστερήσεις και απομάκρυνση από την πραγματική εικόνα της αγοράς.
5. Θεσμική Ανθεκτικότητα και Κίνδυνοι της Υπερσυγκέντρωσης
Πέρα όμως από την αποτελεσματικότητα των ελέγχων, η υπερσυγκέντρωση λειτουργιών σε λίγα μεγάλα κέντρα δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ίδια τη λειτουργία της διοίκησης. Ένα διοικητικό μοντέλο που εξαρτάται από περιορισμένο αριθμό μονάδων είναι περισσότερο ευάλωτο σε οργανωτικές δυσλειτουργίες, τεχνικές αστοχίες, κυβερνοεπιθέσεις, ελλείψεις προσωπικού και συσσώρευση εκκρεμοτήτων.
Η αποκέντρωση δεν αποτελεί διοικητική πολυτέλεια αλλά μηχανισμό θεσμικής ανθεκτικότητας. Η διασπορά αρμοδιοτήτων, γνώσης και ανθρώπινου δυναμικού σε ολόκληρη τη χώρα ενισχύει την ικανότητα του κράτους να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις προκλήσεις και να συνεχίζει απρόσκοπτα τη λειτουργία του ακόμη και σε συνθήκες κρίσης.
6. Εμπιστοσύνη των Πολιτών, Φορολογική Συμμόρφωση και Ανάγκη Διαφάνειας
Εξίσου σημαντική είναι η διάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη φορολογική διοίκηση. Διεθνείς οργανισμοί και σύγχρονες θεωρίες φορολογικής συμμόρφωσης αναγνωρίζουν ότι η αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης δεν εξαρτάται μόνο από τους ελέγχους και τις κυρώσεις αλλά και από την ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει με τους φορολογουμένους. Όσο πιο άμεση, προσιτή και κατανοητή είναι η διοίκηση, τόσο μεγαλύτερη είναι η προθυμία των πολιτών να συμμορφώνονται με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.
Η ύπαρξη τοπικών υπηρεσιών που μπορούν να παρέχουν λύσεις, καθοδήγηση και άμεση εξυπηρέτηση ενισχύει το αίσθημα εμπιστοσύνης και βελτιώνει τη φορολογική συμμόρφωση. Αντίθετα, η απρόσωπη και απομακρυσμένη διοίκηση συχνά δημιουργεί αίσθημα εγκατάλειψης και αποξένωσης.
Σημαντική είναι και η ανάγκη διαφάνειας ως προς τα αποτελέσματα του νέου μοντέλου. Εάν η κεντρικοποίηση πράγματι οδηγεί σε καλύτερη εξυπηρέτηση, ταχύτερη διεκπεραίωση υποθέσεων και αποτελεσματικότερους ελέγχους, τότε τα στοιχεία αυτά πρέπει να δημοσιοποιηθούν και να αξιολογηθούν αντικειμενικά.
Δείκτες όπως:
- Ο χρόνος ολοκλήρωσης υποθέσεων
- Ο χρόνος εξυπηρέτησης πολιτών
- Οι εκκρεμότητες ανά υπηρεσία
- Η παραγωγικότητα των ελεγκτικών μονάδων
- Η εισπραξιμότητα των βεβαιωμένων οφειλών
- Τα αποτελέσματα ερευνών ικανοποίησης πολιτών και εργαζομένων
θα μπορούσαν να αποτελέσουν ασφαλή κριτήρια αξιολόγησης. Η δημόσια διοίκηση οφείλει να τεκμηριώνει τις επιλογές της με μετρήσιμα δεδομένα και όχι μόνο με γενικές διακηρεύξεις περί εκσυγχρονισμού.
Παράλληλα, η διαρκής άρνηση δημοσιοποίησης στοιχείων ή ερευνών που αφορούν τις συνθήκες εργασίας και την ικανοποίηση του προσωπικού δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη όταν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι που καλούνται να την εφαρμόσουν βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση, υπερβολική πίεση και αίσθημα απαξίωσης. Η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζεται το ανθρώπινο δυναμικό της διοίκησης.
7. Συνταγματική Αρχή της Αποκέντρωσης (Άρθρο 101 Σ) και Αναπτυξιακές Υποδομές
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα της συνταγματικής αρχής της αποκέντρωσης. Το άρθρο 101 του Συντάγματος επιβάλλει τη διοικητική αποκέντρωση και υποχρεώνει το κράτος να λαμβάνει υπόψη τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές ιδιαιτερότητες των επιμέρους περιοχών της χώρας. Ιδιαίτερα για τις νησιωτικές, ορεινές και παραμεθόριες περιοχές, η παρουσία βασικών δημόσιων υπηρεσιών δεν αποτελεί απλή οργανωτική επιλογή αλλά ουσιαστική υποχρέωση της Πολιτείας. Η συνεχής μεταφορά αρμοδιοτήτων προς κεντρικές δομές εγείρει εύλογα ερωτήματα ως προς τη συμβατότητά της με το πνεύμα αυτής της συνταγματικής επιταγής.
Οι φορολογικές υπηρεσίες αποτελούν ταυτόχρονα κρίσιμες αναπτυξιακές υποδομές της περιφέρειας. Δεν είναι απλώς υπηρεσίες είσπραξης φόρων. Αποτελούν θεσμούς που στηρίζουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, την οικονομική ανάπτυξη και τη διοικητική παρουσία του κράτους σε κάθε περιοχή της χώρας.
Όπως η υποβάθμιση ενός νοσοκομείου, ενός δικαστηρίου ή ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος επηρεάζει αρνητικά την τοπική κοινωνία, έτσι και η αποδυνάμωση των φορολογικών υπηρεσιών στερεί από την περιφέρεια θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, περιορίζει την τοπική οικονομική δραστηριότητα και ενισχύει τις τάσεις συγκέντρωσης πληθυσμού και οικονομικών λειτουργιών στα μεγάλα αστικά κέντρα.
8. Πρόταση για ένα Σύγχρονο Μοντέλο & Προσκλητήριο Συσπείρωσης
Για όλους τους παραπάνω λόγους, η πραγματική μεταρρύθμιση δεν βρίσκεται στην επιλογή μεταξύ ψηφιοποίησης και αποκέντρωσης. Η αναγκαία κατεύθυνση είναι η δημιουργία ενός σύγχρονου μοντέλου φορολογικής διοίκησης που θα συνδυάζει ενιαία ψηφιακά συστήματα, προηγμένα εργαλεία ανάλυσης κινδύνου και σύγχρονες μεθόδους ελέγχου με ισχυρές, επαρκώς στελεχωμένες και ουσιαστικά λειτουργικές περιφερειακές υπηρεσίες. Η τεχνολογία πρέπει να αξιοποιείται ως εργαλείο ενίσχυσης της αποκέντρωσης και της ποιοτικότερης εξυπηρέτησης των πολιτών και όχι ως πρόσχημα για τη συρρίκνωση της κρατικής παρουσίας στην περιφέρεια.
Η διατήρηση και ενίσχυση των φορολογικών υπηρεσιών στην περιφέρεια δεν αποτελεί συντεχνιακό αίτημα. Αποτελεί ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης, προστασίας των δημοσίων εσόδων, αποτελεσματικής καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και ισότιμης πρόσβασης όλων των πολιτών στις υπηρεσίες του κράτους.
Για τον λόγο αυτό καλούνται οι βουλευτές, η τοπική αυτοδιοίκηση, οι παραγωγικοί και επιστημονικοί φορείς και το σύνολο των τοπικών κοινωνιών να στηρίξουν ενεργά τη διατήρηση ενός αποκεντρωμένου, αποτελεσματικού και κοινωνικά προσβάσιμου φορολογικού μηχανισμού σε κάθε περιοχή της χώρας. Άλλωστε, η πρόσφατη επικαιρότητα αποτελεί την πιο ξεκάθαρη απόδειξη της αποτυχίας των ΕΛΚΕ και του ΔΕΟΣ να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον
