Η παρούσα αναφορά αποσκοπεί στην ανάδειξη θεμάτων από το εσωτερικό του δημόσιου ανεξάρτητου οργανισμού, από τη ματιά ενός απλού εργαζόμενου/εφοριακού, σχετικά με:
i. μισθολογικές ανισότητες
ii. εργασιακές συνθήκες και
iii. επιπτώσεις αυτών στην αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης, το αίσθημα ικανοποίησης των εργαζομένων και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
1. Μισθολογικές επιβαρύνσεις δημοσίων υπαλλήλων λόγω μνημονίων
Οι εργαζόμενοι στην ΑΑΔΕ εξακολουθούν να υφίστανται επιβαρύνσεις που προέρχονται από την περίοδο των μνημονίων, χωρίς αντίστοιχη αποκατάσταση.
Η ανάκληση της «πολιτικής απόφασης» για κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού μέχρι σήμερα δεν έχει συμβεί από την πολιτική ηγεσία με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος.
Ποιοι και πότε θα βρούνε το δημοσιονομικό χώρο, για αποκατάσταση εισοδημάτων μισθωτών, όταν έχουν προηγηθεί:
- Μείωση φορολογίας διανεμόμενων κερδών (μερίσματα) από το 10% σε 5% (2020).
- Κατάργηση (2021) της ειδικής εισφορά αλληλεγγύης (άρθρου 43Α του ν.4172/2013 επί καθαρών εισοδημάτων) στους εργαζομένους και μεγαλοστελέχη του ιδιωτικού τομέα (ανεξαρτήτου ύψους εισοδημάτων) και χρειάστηκαν δύο χρόνια (2023) για να επεκταθεί η κατάργηση της εισφοράς στους δημόσιους υπαλλήλους (και συνταξιούχους).
- Σταδιακή μείωση ΕΝΦΙΑ οριζόντια για όλα τα μεγέθη ακίνητης περιουσίας αντί αρχικά της πλήρης απαλλαγής της πρώτης κατοικίας και κλιμακωτή φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας μέχρι την πλήρη εξάλειψη των μνημονιακών όρων στη μισθωτή εργασία.
- Μείωση κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών μόνο του ιδιωτικού τομέα (2021) και μείωση επιπλέον 0,5% των ασφαλιστικών εισφορών μόνο του ιδιωτικού τομέα (2022).
- Κατάργηση του φόρου γονικών παροχών-δωρεών για συγγενείς πρώτου βαθμού, για δωρεές παροχές έως 800.000 ευρώ (ανά γονέα και παιδί: 2021).
- Έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, ως παραγωγικές, αμοιβών μεγαλοστελεχών που ξεπερνούν τις δεκάδες χιλιάδες ευρώ όταν υπάρχει ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών (για το τρέχον έτος μέχρι του ποσού των € 7.761,94 μηνιαίως).
- Προσαυξημένη απόσβεση για εταιρικά επιβατικά αυτοκίνητα μηδενικών ή χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. CO2/χλμ κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) για αξία αυτοκινήτων ΛΤΠΦ μέχρι 40.000,00 ευρώ και για το υπερβάλλον ποσό, ποσοστό εικοσιπέντε τοις εκατό (25%). Τα αντίστοιχα ποσοστά για αυτοκίνητα χαμηλών ρύπων έως 50 γρ. CO2/χλμ είναι τριάντα τοις εκατό (30%) και δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Πρόκειται για πολιτική που κάνει δώρο στον πλούσιο επιχειρηματία το ηλεκτρικό όχημα μέσω της μείωσης του φόρου με το τρικ των προσαυξημένων φορολογικών αποσβέσεων και πολλές άλλες φοροαπαλλαγές υπέρ του πλούτου.
Οι εργαζόμενοι της ΑΑΔΕ όπως όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, εκτός της περικοπής του 13ου και 14ου μισθού, της εξαίρεσης τους από μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών (σχετική αναφορά έγινε παραπάνω) εξακολουθούν να επιβαρύνονται μέχρι σήμερα με την ειδική εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας (2%) επί των μεικτών τους αποδοχών, εισφορά η οποία επιβλήθηκε μόνο στους εργαζομένους του δημοσίου τομέα και τους συνταξιούχους, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης (2011) με το νόμο 3986/2011, άρθρο 38 παρ. 2 περ. α’. Η πολιτική ηγεσία, επίσης, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για την κατάργηση αυτής της πρόσθετης ανισότητας σε βάρος των εργαζομένων του δημοσίου τομέα, αν και ο όρος άρσης έχει επέλθει (σημαντική μείωση ανεργίας σε σχέση με το χρόνο επιβολής).
Η τελευταία κυβερνητική επιλογή περί μείωσης των κλιμακωτών φορολογικών συντελεστών (για εισοδήματα 2026) αντί της αύξησης του αφορολογήτου με πνεύμα δικαιοσύνης (στην Κύπρο ψηφίστηκε για το 2026 για τα φυσικά πρόσωπα αύξηση του αφορολόγητου από €19.500 σε €22.000 και αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακωτών συντελεστών), σε συνδυασμό με κριτήρια ηλικιακά και δημογραφικά, εξοικονομεί σημαντικούς πόρους σε όσους δηλώνουν υψηλά εισοδήματα καθώς η σωρρευτική ωφέλεια από τη φορολόγηση των εισοδημάτων τους προσμετράτε με μειωμένους συντελεστές κατά 11% ενώ για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα (που εντάσσονται οι δημόσιοι υπάλληλοι) περιορίζεται σε μειωμένους συντελεστές 2% ή 4%.
Για εισοδήματα δε από 12.000,00 ευρώ - 24.000,00 ευρώ από ακίνητη περιουσία (2026) θεσπίστηκε νέος ενδιάμεσος φορολογικός συντελεστής 25% αντί του 35% δηλαδή μείωση συντελεστή κατά 10% τη στιγμή που το εισόδημα από μισθωτή εργασία μέχρι 10.000,00 για άγαμο εργαζόμενο άνω των 30 ετών φορολογείται με συντελεστή 9% και οι επόμενες 10.000,00 ευρώ με 20% και αν είναι μισθωτός του δημοσίου τομέα επιβαρύνεται επιπλέον με το μνημονικό βάρος 2% της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας υπολογισμένη, με απλά λόγια για το δημόσιο υπάλληλο οι φορολογικός συντελεστής είναι προσαυξημένος κατά >2% σε σχέση με τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα (επί των μεικτών μηνιαίων αποδοχών του).
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ανώτερη διοίκηση της ΑΑΔΕ, η οποία έχει την ευθύνη κατάρτισης και εκτέλεσης του ετήσιου προϋπολογισμού της ΑΑΔΕ, με το ειδικό μισθολόγιο (Ν. 4778/2021) έχει ανακτήσει τα ανωτέρω «χαμένα» εισοδήματα και σε αρκετές περιπτώσεις λαμβάνουν αμοιβές ζηλευτές από στελέχη του ιδιωτικού τομέα, συνδυαστικά:
i. μέσω των ειδικών αμοιβών που συνδέονται με το βαθμό θέσης εργασίας (σημαντικά αυξημένα σε σχέση με το ΠΘΕ έμπειρου υπαλλήλου),
ii. της κατάταξης στο καταληκτικό Μισθολογικό Κλιμάκιο 19 ανεξάρτητα αν έχουν τα αντίστοιχα έτη εργασιακής εμπειρίας στο δημόσιο τομέα,
iii. συμμετοχές σε επιτροπές και
iv. διατήρηση των ίδιων προσώπων σε θέσεις που αντιστοιχούν υψηλές ειδικές αμοιβές θέσης και με τη λήξη της θητείας τους είτε μετακινούνται σε άλλη διεύθυνση προκειμένου να διατηρήσουν τις υψηλές αμοιβές είτε δημιουργούνται νέες στο όνομα της μετεξέλιξης της ΑΑΔΕ (βλέπε ειδικότερα άρθρα 4, 11 και 14 του Ν. 4778/2021).
Η ανωτέρω επιλεκτική πολιτική μέσω του ειδικού μισθολογίου διαιρεί τους εργαζομένους στην ΑΑΔΕ και η κοινωνία λανθασμένα αντιλαμβάνεται ότι ο κλάδος των εφοριακών είναι καλοπληρωμένος, αίσθηση η οποία θα χανόταν αν η διοίκηση της ΑΑΔΕ είχε ήδη εναρμονιστεί με τις διατάξεις του διατάξεις του ΠΔ 54/2018 που αποσκοπούν στην ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
2. Εργασία εκτός 5νθήμερου, σχέση αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης και ειδικής αμοιβής
Εργαζόμενοι αναγκάζονται να συνδυάζουν εξουθενωτικά ωράρια χωρίς ασφάλεια και με αβεβαιότητα ως προς την πληρωμή της υπερωριακής εργασίας.
Η εργασία εκτείνεται συχνά πέραν του 8ώρου και του 5νθήμερου με ιδιαίτερη επιβάρυνση στους επιτόπιους ελέγχους εντός και εκτός έδρας χωρίς να ακολουθεί πληρωμή της υπερωριακής απασχόλησης στο τέλος του μήνα και τακτική λήψη των ρεπό (ημέρα ανάπαυσης ειδικά σε υπηρεσίες 7/365 ημέρες).
Ειδικά για τον υπολογισμό της υπερωριακής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών καθώς παρατηρείται το εξής αντιφατικό:
Η ειδική αμοιβή του άρθρου 11 του Ν. 4778/2021 που συνδέεται με το βαθμό θέσης εργασίας (υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ του πρώτου βαθμού: 2.200,00 ευρώ και του δέκατου τρίτου: 0,00 ευρώ), έχει τα χαρακτηριστικά της αμοιβής και υπόκειται, εκτός της φορολόγησης, σε ασφαλιστικές εισφορές και σε ειδική εισφορά αλληλεγγύης 2% για την καταπολέμηση της ανεργίας ενώ με το άρθρο 13 του του ίδιου νόμου το ωρομίσθιο ορίζεται στο ένα διακοσιοστό ογδοηκοστό (1/280) μόνο του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου της εκπαιδευτικής κατηγορίας του κάθε υπαλλήλου δηλαδή για τον υπολογισμό της αμοιβή της υπερωρίας η ειδική αμοιβή έχει τα χαρακτηριστικά του επιδόματος και εξαιρείται.
Για παράδειγμα ένας εργαζόμενος που προσλήφθηκε στην ΑΑΔΕ μέσω γραπτού διαγωνισμού ΑΣΕΠ με 10ετή προϋπηρεσία με συνάφεια που αποκτήθηκε στον ιδιωτικό τομέα κατατάσσετε στο Μισθολογικό Κλιμάκιο 1 (αντί ΜΚ 5) και αμείβεται με βασικές μικτές αποδοχές ΠΕ 780,00 ευρώ *1,4 (συντελεστής προσαρμογής βάσει άρθρο 7) ήτοι 1.092,00 ευρώ μικτά
πλέον των αυξήσεων του κατώτερου μισθού (σωρευτικά 140,00 ευρώ) οι οποίες με πολιτική απόφαση δεν προστέθηκαν στην βάση υπολογισμού ώστε με τον εκάστοτε συντελεστή (ΔΕ, ΤΕ, ΠΕ) να συμπαρασύρει προοδευτικά τα επόμενα ΜΚ αλλά οριζόντια στο εκάστοτε ΜΚ κάθε εργαζομένου΄
πλέον της ειδικής αμοιβής της θέσης εργασίας κατά το χρόνο διορισμού αναλογία των 300,00 ευρώ μηνιαίως. Έτσι έχουμε τον δημόσιο υπάλληλο της ΑΑΔΕ όπου:
i. στο ειδικό μισθολόγιο ουσιαστικά η προσωπική διαφορά, για όσους λάμβαναν, βαφτίστηκε ειδική αμοιβή θέσης εργασίας καλύπτοντας η ΑΑΔΕ το ασφαλιστικό κόστος χωρίς ουσιαστικές αυξήσεις στο πληρωτέο, με εξαίρεση τις αμοιβές της διοίκησης,
ii. δεν αναγνώρισε μισθολογικά την εμπειρία με συνάφεια του ιδιωτικού τομέα ενώ έχουν ήδη προβλεφθεί, κατ΄εξαίρεση, βάσει του άρθρου 4 του ειδικού μισθολογίου, ειδικές αμοιβές σημαντικά αυξημένες για ορισμένες θέσεις και επαγγέλματα εντός ΑΑΔΕ,
iii. αν προσλήφθηκε μετά το 2018 εξαιρέθηκε με πολιτική απόφαση της τρέχουσας κυβέρνησης από το καθεστώς της Προσωπικής Διαφοράς με συνέπεια να λαμβάνει, με το ειδικό μισθολόγιο, μικρότερη αμοιβή τα τρία πρώτα χρόνια,
iv. λαμβάνει δώδεκα μισθούς το χρόνο αντί δεκατέσσερις του ιδιωτικού τομέα παρότι έχουμε εξέλθει των μνημονίων και εργάζεται σε ανεξάρτητη αρχή που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία από το προσωπικό,
v. η αμοιβή θέσης εργασίας εξαιρείται για τον υπολογισμό της αμοιβής της υπερωρίας καθώς δεν θεωρείται με τις διατάξεις του ειδικού μισθολογίου βασικός μισθός ενώ αποτελεί βασικό στοιχείο των συνολικών αποδοχών για σκοπούς φορολόγησης και μνημονιακής επιβάρυνσης 2% για την καταπολέμηση της ανεργίας,
vi. με πολιτική απόφαση οι αυξήσεις του κατώτερου μισθού δε προστίθεται στη βάση του βασικού μισθού (άρθρο 7 βασικός μισθός) για να συμπαρασύρει η αύξηση τα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια.
ΑΛΛΑ
Υποχρεούται σε:
i. αναγκαστική υπερωριακή εργασία λόγω της ανεδαφικής στοχοθεσίας και των πιεστικών προθεσμιών που επιβάλει η Διοίκηση
ii. διενέργεια επιτόπιων ελέγχων συνδυαστικά με την εργασία εντός υπηρεσίας χωρίς τη λήψη ελεγκτικού επιδόματος
iii. μη λήψη της ετήσιας κανονικής άδειας προκειμένου να διεκπεραιώσει τις αναθέσεις εργασιών
iv. αποδοχή ανάθεσης εργασιών βάση των ουσιαστικών προσόντων ενώ είναι γνωστές σε όλους οι ανισότητες στις αμοιβές, η επικινδυνότητα των εργασιών που περιγράφονται στις θέσεις εργασίας καθώς και η αβεβαιότητα αν και πότε θα εγκριθούν από τη Διοίκηση πιστώσεις για την πληρωμή των δεδουλευμένων υποαμοιβόμενων υπερωριών περίπου 5 ευρώ μικτά την ώρα,
Επιπρόσθετα:
i. Ο τρόπος υπολογισμού της υπερωρίας διαφοροποιείται σημαντικά σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα με αποτέλεσμα εκτός της υποαμοιβής να μην προσμετράτε στη σύνταξη του δημόσιου υπαλλήλου.
ii. Οι αμοιβές εφημεριών των ιατρών ΕΣΥ, θεωρείται ειδική κατηγορία πρόσθετης αμοιβής και υπόκειται σε αυτοτελή φορολόγηση (22% Ν. 5073/2023 και μείωση σε 20% από 01/01/2026).
iii. Σε άλλη δημόσια αρχή που απασχολούνται εφοριακοί πλέον της Προσωπικής Διαφοράς λαμβάνουν αφορολόγητο η οποία υπερβαίνει την ειδική αμοιβή έμπειρου υπαλλήλου της ΑΑΔΕ.
iv. Το 2026 θεσπίστηκε αφορολόγητο επίδομα βιβλιοθήκης μελών ΔΕΠ και ερευνητών καθώς και αναγνώριση της εμπειρίας που προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα (ΔΕΠ).
3. Αποζημιώσεις για επιτόπιους ελέγχους εντός και εκτός έδρας
Δεν προβλέπονται αποζημιώσεις για εντός έδρας επιτόπιους ελέγχους ενώ για επιτόπιους ελέγχους εκτός έδρας δεν έχει προσαρμοστεί παρά την παρατεταμένη περίοδο ακρίβειας το ποσό της ημερήσιας αποζημίωσης (40 ευρώ ανά ημέρα) γεγονός που επιβαρύνει τους εργαζόμενους καθώς δεν επαρκή για την ημερήσια διατροφή.
Για τη διοίκηση της ΑΑΔΕ ο κώδικας δεοντολογίας αποτελεί τυπική και όχι ουσιαστική υποχρέωση.
4. Αξιολόγηση και μη μισθολογική αναγνώριση της προϋπηρεσίας με συνάφεια που αποκτήθηκε στον ιδιωτικό τομέα
Η διαδικασία της αξιολόγησης δεν στηρίζεται σε αντικειμενικά μετρήσιμα κριτήρια αλλά στην υποκειμενική κρίση του εκάστοτε προϊσταμένου και επηρεάζεται από τα προσωπικά του συμφέροντα.
Πρόκειται στην ουσία για μια τυπική διαδικασία που δεν αναγνωρίζει την εξειδίκευση και την εμπειρία, τις πραγματικές ώρες εργασίας και την απόδοση/παραγωγικότητα του εκάστοτε εργαζομένου καθώς δεν αντισταθμίζει μέσω του μπόνους και της κατάταξης σε θέσεις εργασίας τις ανισότητες στις μηνιαίες αποδοχές για ίδια εργασία και ίδια απόδοση.
Οι εργαζόμενοι στην ΑΑΔΕ αξιολογούνται σε ετήσια βάση αλλά η διεκπεραίωση δύσκολων υποθέσεων, δυσανάλογων της κατάταξης σε μισθολογικό κλιμάκιο, και η υπερεπίτευξη στόχων δεν μεταφράζονται σε ίσες ετήσιες αποδοχές για ίδια απόδοση/παραγωγικότητα καθώς εργαζόμενοι με εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία κατάλληλη για τις υπηρεσιακές ανάγκες της ΑΑΔΕ, που αποκτήθηκε στον ιδιωτικό τομέα, υπολείπονται σε ετήσια βάση πολλές χιλιάδες ευρώ, ενώ εκτελούν τις ίδιες εργασίες με συναδέλφους που η προϋπηρεσία τους αποκτήθηκε σε δημόσιους οργανισμούς.
Για παράδειγμα ένας δημόσιος υπάλληλος με 14 χρόνια εμπειρία στο δημόσιο που μετακινήθηκε στην ΑΑΔΕ μέσω των κύκλων κινητικότητας αμείβεται μισθολογικά για όλη την εμπειρία που αποκτήθηκε γενικά στο δημόσιο τομέα (14 έτη προϋπηρεσίας στο δημόσιο τομέα εκτός ΑΑΔΕ αντιστοιχεί σε 7ΜΚ =420,00 ευρώ το μήνα μεικτές αποδοχές) ενώ ένας ορκωτός ελεγκτής, πληροφορικάριος, λογιστής, δικηγόρος κτλ που εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα, προσλήφθηκε μέσω ΑΣΕΠ στην ΑΑΔΕ, του οποίου η προϋπηρεσία μοριοδοτήθηκε και τοποθετήθηκε σε θέση εργασίας με πλήρη συνάφεια με την προϋπηρεσία του δεν του αναγνωρίζεται κανένα μισθολογικό κλιμάκιο (0ΜΚ=0,00 ευρώ δηλαδή 5.040,00 ευρώ λιγότερα σε ετήσια βάση:12 μήνες επί 420,00 ευρώ).
Η Διοίκηση της ΑΑΔΕ, παρά την επισήμανση των αδικιών, ενώ παραμένουν σε ισχύ ειδικές μισθολογικές ρυθμίσεις για συνεργάτες του Διοικητή, προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων, μετακλητούς και λοιπές περιπτώσεις (άρθρο 4 παρ. 3, 4 και 5 του Ν. 4778/2021) και έχει δικό της προϋπολογισμό ακόμα δεν βρήκε τρόπο να αποδώσει δικαιοσύνη στις αμοιβές των εργαζομένων παρότι συνεχίζει να αναθέτει εργασίες με βάση τα ουσιαστικά προσόντα και όχι το ύψος των βασικών αποδοχών.
Ποιο ακριβώς είναι το νόημα της αξιολόγησης εντός της ΑΑΔΕ όταν υπάρχουν τεράστιες μισθολογικές ανισότητες για ίδια εργασία και απόδοση;
Σε όσους «εκλεγμένους» εκπροσώπους εργαζομένων και μη, δεν μπορούν να κατανοήσουν τη σημερινή σύνθεση των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα στην ΑΑΔΕ της οποίας η Διοίκηση αναθέτει εργασίες και επιβάλει πιεστικά χρονοδιαγράμματα ανεξαρτήτου ΜΚ επισημαίνουμε τα εξής:
Η άρνηση αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του ιδιωτικού τομέα δεν έχει ούτε λογική ούτε συνδικαλιστική βάση,·αντίθετα, υπονομεύει την ίδια την έννοια της ισότητας μεταξύ εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, τα μισθολογικά κλιμάκια του Δημοσίου και οι τριετίες του ιδιωτικού τομέα αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου πράγματος: της αναγνώρισης της εργασιακής εμπειρίας.
Στον ιδιωτικό τομέα, μια τριετία αποδίδει περίπου 10% αύξηση του κατώτερου μισθού (μέχρι 3 τριετίες ήτοι 30% προσαύξηση) ενώ στο Δημόσιο ο κατώτερος μισθός υπολείπεται του ιδιωτικού (12 μισθοί) και η μισθολογική εξέλιξη περιορίζεται σε περίπου 60 ευρώ μικτά ανά διετία.
Η αρχή είναι κοινή: η εμπειρία πρέπει να αμείβεται.
Η μόνη ουσιαστική διαφορά είναι ποιος εμφανίζεται ως εργοδότης — στον ιδιωτικό τομέα ο επιχειρηματίας, στο Δημόσιο η εκάστοτε κυβέρνηση. Δεν μπορεί, λοιπόν, να θεωρείται «λιγότερο άξια» η εμπειρία που αποκτήθηκε στον ιδιωτικό τομέα, όταν μάλιστα όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως διαδρομής, καταλήγουμε να ασφαλιζόμαστε και να συνταξιοδοτούμαστε από τον ίδιο φορέα, τον ΕΦΚΑ και για την κάλυψη των υποστελεχωμένων υπηρεσιών η τρέχουσα κυβέρνηση (που θεσπίζει ποινές για τη μη συμμετοχή στη «στείρα» αξιολόγηση) προβαίνει σε αναθέσεις έργου σε ιδιώτες επιβαρύνοντας δυσανάλογα της προσφοράς το δημόσιο, για το ίδιο παραγόμενο έργο ιδιώτη-δημόσιου υπαλλήλου.
Αν θέλουμε ένα πραγματικά δίκαιο και ενιαίο σύστημα εργασίας, η εφαρμογή οποιοδήποτε μοντέλου αξιολόγησης, προϋποθέτει την πλήρη αναγνώριση της προϋπηρεσίας παντού — όχι να αναπαράγουμε τεχνητούς διαχωρισμούς που τελικά στρέφονται ενάντια στους ίδιους τους εργαζόμενους (χαμηλή υπερωριακή αμοιβή για δημόσιους υπαλλήλους ή απλήρωτη υπερωριακή απασχόληση, θέσπιση 13ώρου στον ιδιωτικό τομέα με πλήρη απαλλαγή του κεφαλαίου καταβολής ασφαλιστικών εισφορών).
5. Στοχοθεσία, Bonus παραγωγικότητας, ειδικές βραβεύσεις και έλλειψη διαφάνειας
Η στοχοθεσία επιβάλλεται στους εργαζομένους χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαθέσιμες ώρες βάσει των νομικά κατοχυρωμένων αδειών, 5νθημέρου και 8ώρου, δηλαδή ώρες εργασίας σε ετήσια βάση μετά την αφαίρεση κανονικών αδειών και λοιπών ειδικών αδειών, ώρες για εκπαίδευση και λοιπές εσωτερικές εργασίες.
Η ίδια η Διοίκηση απαξιώνει τις διαδικασίες της καθώς ανώτερα στελέχη βομβαρδίζουν τους ελεγκτές για διεκπεραίωση υποθέσεων που υπήρχαν στο αρχείο αξιολόγησης για προτεραιοποίηση, υπήρχε η ένδειξη κατασχεμένων και παραγραφόμενων χρήσεων, ωστόσο δεν προτεραιοποιήθηκαν και καλούν με ανεπίσημα mails να διεκπεραιωθούν άμεσα (ανέφικτο χρονικά) συμπληρωματικά των προτεραιοποιημένων υποθέσεων, μετακυλώντας την ευθύνη τους ελεγκτές.
Το μπόνους των εργαζομένων, μετά από την ετήσια αξιολόγηση, χαρακτηρίζεται επιεικώς «φιλοδώρημα» (0,00 ευρώ - 500 ευρώ), δεν υπόκειται στην απαλλαγή φόρου όπως στους εργαζομένους στην εστίαση, και παρουσιάζονται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ κεντρικών υπηρεσιών και ελεγκτικών κέντρων.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η επίκληση του διευθυντικού δικαιώματος ροκανίζει κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα ενώ τα κριτήρια ειδικής βράβευσης αν και δημοσιεύονται σε αρκετές περιπτώσεις, τα ονόματα των εργαζομένων που επιβραβεύονται παραμένουν στην αφάνεια χωρίς να τεκμηριώνεται το εξαιρετικό της απόδοσης όπως ορίζουν οι σχετικές διατάξεις. Δίνεται η εντύπωση ότι βραβεύονται άτομα λόγω υπακοής, προσωπικών σχέσεων ή κλικών και όχι βάσει πραγματικών προσόντων, συσχέτισης εξαιρετικής απόδοσης με πραγματικά αποτελέσματα, αυξάνοντας την τοξικότητα εντός της υπηρεσίας.
Μέχρι σήμερα το τμήμα εσωτερικού ελέγχου δεν φαίνεται να έχει εστιάσει στην εξέταση αναθέσεων, παραδοτέων και αντικειμενικότητας αξιολογήσεων και ειδικών βραβεύσεων.
6. Κεντρικοποίηση υπηρεσιών και αυξημένο κόστος
Η Διοίκηση της ΑΑΔΕ επέλεξε κεντρικοποιημένες υπηρεσίες σε Αττική και Θεσσαλονίκη, μεταφέροντας εργαζόμενους χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους, χωρίς πρόνοια για χρόνο μετακίνησης και κάλυψη εξόδων.
Οι νέες συνθήκες είναι μονομερώς βλαπτικές για τους εργαζομένους καθώς αυξήθηκε το κόστος και ο χρόνος μετακίνησης και επιδεινώθηκαν οι συνθήκες εργασίας (προβλήματα στον αερισμό και φωτισμό και ότι αρνητικό συνεπάγονται οι ανοιχτοί χώροι εργασίας, πατάρια μετατράπηκαν σε γραφεία, επικίνδυνες προσβάσεις κτλ).
Επιπρόσθετα οι δαπάνες για τις μετατροπές σε γραφεία, των εμπορικών κέντρων ή άλλου είδους κτιρίων που επέλεξε η Διοίκηση της ΑΑΔΕ για τη στέγαση των κεντρικοποιημένων υπηρεσίων και τα μισθώματα αυτών, εκτόξευσαν τον προϋπολογισμό της ΑΑΔΕ χωρίς να έχει διασφαλιστεί εκ των προτέρων ότι τα επιλεγμένα κτίρια είναι κατάλληλα για χώρους εργασίας χιλιάδων εργαζομένων που μετακινήθηκαν αιφνιδίως από δεκάδες τοπικές Δ.Ο.Υ. στο κέντρο της Αττικής και Θεσ/κής σε τοποθεσίες με επιβαρυμένο κυκλοφοριακό προφίλ, έλλειψη κατάλληλου δικτύου Μέσων Μαζικής Μεταφοράς και χωρίς χώρους ελεύθερης στάθμευσης για τους πολυάριθμους εργαζομένους.
Η ΑΑΔΕ είναι ένας οργανισμός παροχής υπηρεσιών δηλαδή εντάσεως εργασίας όπου επένδυσε εκατομμύρια ευρώ στη ψηφιακή μεταρρύθμιση και ενώ είναι εφικτή η διεκπεραίωση των εργασιών χωρίς το κριτήριο της χωρικής αρμοδιότητας, κάτι το οποίο γίνεται σήμερα με αντίστροφη φορά δηλαδή έχουμε εξ αποστάσεως αποσπάσεις από περιφερειακές Δ.Ο.Υ. στο ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ και συνεργεία ελέγχου να μετακινούνται σε όλη την Ελλάδα, με απόφαση της Διοίκησης χιλιάδες εργαζόμενοι στοιβάχθηκαν σε «ακατάλληλα» κτίρια για χώρους εργασίας στο κέντρο της Αττικής και Θεσ/κης.
Απαιτείται επαναξιολόγηση του τρόπου υλοποίησης των κεντρικοποιημένων υπηρεσιών, αναζήτηση και εξεύρεση λύσεων για τον περιορισμό του αυξημένου κόστους μισθωμάτων και άμεση λήψη διορθωτικών μέτρων ενδεχομένως μέσω της πλήρης κάλυψης του κόστους μετακίνησης των εργαζομένων από και προς τις κεντρικοποιημένες υπηρεσίες, άρση των αυστηρών περιορισμών για μετακίνηση εργαζομένων σε άλλες υπηρεσίες επιλογής τους ή εκ νέου αποκέντρωση.
Η λεγόμενη «μετεξέλιξη» των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών θα μπορούσε να πραγματωθεί μέσω της αποκέντρωσης των υπηρεσιών σε περιφερειακές πόλεις με μικρότερο κτιριακό κόστος για το ελληνικό δημόσιο, μικρότερο κόστος ζωής για τους εργαζομένους που θα επιλέξουν να γυρίσουν σε τόπους καταγωγής συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών και στην αποσυμφόρηση της τουριστικής Αθήνας καθώς η ψηφιοποίηση και τα εργαλεία της εξ αποστάσεως εργασίας μπορούν να είναι αποτελεσματικά για όλες τις βαθμίδες εργασίας. Πέρα από τις εν γένει διεκπεραιωτικές εργασίες, σημαντικές εργασίες όπως η διοίκηση ή ο έλεγχος μπορούν να ασκούνται από εργαζόμενους ευρισκόμενους εκτός των γιγαντιαίων κεντρικών δομών και τα προβλήματα που η λειτουργία τους ανέδειξε.
7. Υπηρεσιακά οχήματα και ασφάλεια
Τα υπηρεσιακά οχήματα που χρησιμοποιούν τα συνεργεία που διενεργούν επιτόπιους ελέγχους πανελλαδικά:
- Είναι κατά κύριο λόγο άνω των 17 ετών, χρησιμοποιούνται από πολλούς εργαζομένους/οδηγούς, με αποτέλεσμα το επόμενο συνεργείο να μην έχει ενημερωθεί για πιθανές βλάβες από το προηγούμενο συνεργείο.
- Δεν διαθέτουν συστήματα ασφαλείας και τεχνολογίας (χάρτες για την αναζήτηση στόχου κτλ).
- Δεν υπάρχουν αρκετά οχήματα ώστε να καλύψουν τις υπηρεσιακές ανάγκες με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούνται προσωπικά οχήματα χωρίς να καταβάλλεται από την Διοίκηση το σχετικό κόστος στον κάτοχο/ εργαζόμενο του οχήματος πλέον των κινδύνων εξαιτίας της φύσης των ελεγκτικών εργασιών.
Στον ιδιωτικό τομέα ισχύει το μοντέλο χρηματοδοτικών μισθώσεων (leasing) - ένα καινούριο όχημα ανά οδηγό και όχι πολλαπλές εναλλαγές οδηγών ανά όχημα, με συστήματα ασφαλείας και τεχνολογία.
Η κεντρική διοίκηση της ΑΑΔΕ έχει καθιερώσει τρία (3) trics:
Þ Λήψη υπεύθυνων δηλώσεων από εργαζομένους για την ανάληψη (παράλληλων) καθηκόντων οδηγού και ανανέωσης της απαιτούμενης άδειας από το υπουργείο μεταφορών, κατ΄επανάληψη και όχι κατ΄ εξαίρεση που προέβλεψε ο νομοθέτης.
Þ Ορισμό επιτροπών για την ευθύνη καταλληλόλητας και παρακολούθησης της συντήρησης των οχημάτων στην οποία δεν συμμετέχουν ειδικοί αλλά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.
Þ Μετάβαση του συνεργείου σε πολλαπλές τοποθεσίες για την διενέργεια του επιτόπιου ελέγχου με χρήση ΜΜΜ γιατί από τη στιγμή που θα εκδοθεί εντολή ελέγχου, η άρνηση χρήσης υπηρεσιακού οχήματος, όπου υπάρχει, με την αιτιολογία ως μη κατάλληλου που θέτει τη ζωή του σε πρόσθετους κινδύνους ισοδυναμεί με άρνηση καθήκοντος.
Με τα παραπάνω τεχνάσματα, απαλλάσσονται από κάθε ευθύνη οι αρμόδιοι προϊστάμενοι που πληρώνονται για την αναγνώριση κινδύνων και λήψη μέτρων και την μετακυλούν ουσιαστικά στους υπαμειβόμενους εργαζόμενους, οι οποίοι φέρουν πλήρως το ρίσκο και αποδέχονται τις συνέπειες με την υπογραφή της υπεύθυνης δήλωσης. Η σιωπηρή αποδοχή της μετακύλιωμενης ευθύνης απορρέει από την άτυπη στρατηγική που ανέπτυξαν άριστοι της κεντρικής Διοίκησης εργαλειοποιώντας τους προϊστάμενους σε θέσεις ευθύνης οι οποίοι φαίνεται να εξυπηρετούν όσους τους «βόλεψαν» αντί να αναδείξουν τις παρατυπίες, να επισημάνουν τους κινδύνους και να αναζητήσουν βέλτιστες λύσεις.
8. Προσωπική διαφορά και κινητικότητα εκτός ΑΑΔΕ
Η μη απόδοση της Προσωπικής Διαφοράς (ΠΔ) στους εργαζόμενους της ΑΑΔΕ από το 2018 (προκήρυξη ΑΣΕΠ 1Γ/2017) και μετά, ενώ το 2023 προεκλογικά αποδόθηκε με πολιτική απόφαση σε όσους υπηρετούσαν στις υπηρεσίες που εποπτεύονται από το υπουργείο οικονομικών (ενώ αναιτιολόγητα εξαιρέθηκε το προσωπικό της ΑΑΔΕ) αδρανεί τη δυνατότητα μετακίνησης των εργαζομένων της ΑΑΔΕ σε άλλες υπηρεσίες εκτός ΑΑΔΕ, μέσω των κύκλων κινητικότητας. Αν δεν υπήρχε αυτός ο περιορισμός οι αιτήσεις για μετακίνηση εκτός ΑΑΔΕ θα ήταν πολλαπλάσιες (αλλά θα είχαν την ίδια τύχη με όσων λαμβάνουν ΠΔ καθώς οι εργαζόμενοι της ΑΑΔΕ ενώ γίνονται δεκτοί από φορείς του υπόλοιπου δημοσίου η Διοίκηση της ΑΑΔΕ δεν εγκρίνει την αίτηση μετακίνησης λόγω της ακραίας υποστελέχωσης και δυσκολίας αντικατάστασης του προσωπικού λόγω της εξειδίκευσης).
Με τις διατάξεις του ειδικού μισθολογίου για τους «νέο-εισερχομένους» στην ΑΑΔΕ προβλέπονται μικρότερες μηνιαίες καθαρές αποδοχές από αυτές που θα λάμβαναν εάν δεν είχαν εξαιρεθεί από την απόδοση της προσωπικής διαφοράς. Εξαιτίας της εξαίρεσης αυτής, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ειδικού μισθολογίου περί προσαρμογής των καθαρών αποδοχών στο ύψος με χορήγησης της ΠΔ.
Σε δυσμενέστερη κατάσταση βρίσκονται οι εργαζόμενοι στις επίσης υποστελεχωμένες κτηματικές υπηρεσίες και στους φορείς που εποπτεύονται από το ΥΠΕΘΟ καθώς η πολιτική ηγεσία δεν έχει βρει δημοσιονομικό χώρο για να αποδώσει την ΠΔ μετά την προεκλογική περίοδο του 2023 στις οποίες εργάζονται έμπειροι με αμοιβές που υπολείπονται του κατώτερου μισθού του ανειδίκευτου εργάτη του ιδιωτικού τομέα.
Η εξαίρεση για πρώτη φορά προεκλογικά του 2023 με τον Ν. 5042/2023 (άρθρο 64) από την απόδοση της ΠΔ στοχευμένα των εργαζομένων της ΑΑΔΕ συνεπάγεται εντός ΑΑΔΕ εργαζόμενους με διαφορετικά δικαιώματα καθώς με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 5 του Ν. 4778/2021 προβλέπεται στην περίπτωση μη συμμετοχής στην αξιολόγηση ενός εργαζομένου να μην λαμβάνει την ειδική αμοιβή αλλά του χορηγείται η προσωπική διαφορά μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας της επόμενης αξιολόγησης. Συνεπώς έχουμε εργαζομένους που θα αμείβονται με το βασικό μισθό εντός και εκτός ΑΑΔΕ και εργαζομένους με την ίδια συνθήκη (μη συμμετοχή στην ετήσια αξιολόγηση) που θα αμείβονται με το βασικό μισθό και την προσωπική διαφορά εντός και εκτός ΑΑΔΕ.
Επίσης σημαντική ανισότητα μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων εντός και εκτός ΑΑΔΕ που λαμβάνουν την ΠΔ υφίσταται καθώς κατά την μετάβαση στο ειδικό μισθολόγιο, όσοι είχαν ενταχθεί στο καθεστώς της ΠΔ, αυτή συμψηφίστηκε με την αμοιβή του βαθμού θέσης εργασίας η οποία υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές (άρθρο 12 παρ. 5 Η προσωπική διαφορά του παρόντος συμψηφίζεται με οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση των αποδοχών του υπαλλήλου, πλην της χορήγησης της οικογενειακής παροχής, του επιδόματος παραμεθορίου και του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας. Σε περίπτωση διαμόρφωσης του ύψους των αποδοχών κάτω του ορίου της παρ. 1, η προσωπική διαφορά προσαρμόζεται αναλόγως.) ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 206 του Ν. 5045/2023 προβλέπεται μη συμψηφισμός της ΠΔ σε όσους την λαμβάνουν μέχρι του ποσού των 300,00 ευρώ (Το ποσό της προσωπικής διαφοράς που συμψηφίζεται, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ισούται με το μικρότερο μεταξύ του πενήντα τοις εκατό (50%) της προκαλούμενης αύξησης του βασικού μισθού και του ποσού της προσωπικής διαφοράς που υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ. Αν η προσωπική διαφορά δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, δεν επέρχεται συμψηφισμός της με την αύξηση του βασικού μισθού.) .
Οπότε για τους εργαζομένους της ΑΑΔΕ, εκτός της εξαίρεσης από την ΠΔ όσων προσλήφθηκαν ή μετακινήθηκαν στην ΑΑΔΕ μετά το 2018, έγινε συμψηφισμός της ΠΔ με την αμοιβή θέσης εργασίας ενώ ο συμψηφισμός της επιτρέπεται πλέον για ποσό άνω των 300,00 ευρώ και μόνο με αυξήσεις στο βασικό μισθό.
Ο συμψηφισμός της ΠΔ με την αμοιβή ΠΘΕ στην ΑΑΔΕ διαφοροποιεί τις καθαρές αποδοχές των εργαζομένων σε σχέση με όσους λαμβάνουν ΠΔ καθώς η ΠΔ δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές και μέχρι 300,00 ευρώ δεν συμψηφίζεται με μισθολογικά κλιμάκια.
9. Ευνοϊκές φορολογικές διατάξεις και ακραία υποστελέχωση
Η ΑΑΔΕ αντιμετωπίζει ακραία υποστελέχωση, ενώ οι ελεγκτές αναζητούν τρόπους αποχώρησης λόγω των χαμηλών αμοιβών σε σχέση με τις απαιτήσεις και τις ευθύνες του ελεγκτικού τους έργου, της ανεπαρκούς επένδυσης της διοίκησης σε εκπαίδευση και επιστημονικά βοηθήματα, δυσχεραίνει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα του έργου τους:
Þ Τόσο η νομοθετική εξουσία μέσω των διατάξεων που προβλέπουν συρρίκνωση της παραγραφής από 5ετίας σε 3ετια αν ο επιχειρηματίας επιλέξει πάροχο για την έκδοση των φορολογικών παραστατικών και σε ένα έτος μέσω των άρθρων 27 και 28 Ν. 5104/24 χωρίς δικαίωμα επανέκδοσης εντολής για το ίδιο έτος και φορολογικό αντικείμενο ακόμα και αν ο έλεγχος δεν ξεκίνησε λόγω έλλειψης διαθέσιμων ελεγκτικών ωρών.
Þ ‘Οσο και η Διοίκηση της ΑΑΔΕ η οποία προβαίνει σε υπερχρέωση εντολών ελέγχου με όλα τα φορολογικά αντικείμενα και περισσότερες της μιας ελεγχόμενες χρήσεις και απαιτήσεις για διεκπεραίωση παραγραφομένων χρήσεων, ενώ δεν έχουν προτεραιοποιηθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαθέσιμες ελεγκτικές ώρες, η χρονοβόρα και γραφειοκρατική διαδικασία συγκέντρωσης στοιχείων κλπ. Επίσης παρατηρείται η έκδοση εντολών ελέγχου τον Μάρτιο πχ του 2026 για τις οποίες απαιτείται η ολοκλήρωση του ελέγχου τον 7/2026 λόγω παραγραφόμενης χρήσης.
Η διατήρηση αυτών των διατάξεων ευνοούν τα μεγάλα επιχειρηματικά σχήματα και η πολιτική της διοίκησης της ΑΑΔΕ μαζικής χρέωσης εντολών μετατρέπει τους εργαζομένους σε πλυντήριο φοροφυγάδων, βλάπτοντας εντέλει το δημόσιο συμφέρον.
Συμπέρασμα
Η λειτουργία της ΑΑΔΕ, αναδεικνύει μια συστηματική πρακτική άσκησης διοίκησης σε βάρος κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των εργαζομένων. Η αποκοπή χιλιάδων εργαζομένων-εφοριακών από το Υπουργείο Οικονομικών και η μεταφορά τους στο μόρφωμα της ΑΑΔΕ δημιούργησε, μετά από μια περίοδο περίπου οκτώ ετών, ένα περιβάλλον επιλεκτικότητας που παράγει ανισότητες. Εξελίχθηκε σε μήτρα τοξικότητας, υποαμοιβής και ανάληψης κινδύνων, χωρίς να λαμβάνονται ουσιαστικά μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώθηκε ένα σύστημα το οποίο, αντί να διασφαλίζει ίσους όρους και αξιοκρατία, προβλέπει ειδικά καθεστώτα αυξημένων αμοιβών που αφορούν κυρίως τη Διοίκηση και όσους επιτελούν το έργο της, αφήνοντας την πλειοψηφία των εργαζομένων εκτεθειμένη σε συνθήκες υποαμοιβής, υπερεργασίας και διαρκούς πίεσης. Η διοικητική αυτή πρακτική απομακρύνεται από τον βασικό θεσμικό σκοπό της ΑΑΔΕ, που είναι η αποτελεσματική πάταξη της φοροδιαφυγής, η οποία προϋποθέτει επαρκώς αμειβόμενους, εξειδικευμένους και αξιοπρεπώς διαβιούντες εργαζόμενους. Αντίθετα, η υποβάθμιση των όρων εργασίας, η αδιαφάνεια και η μετακύλιση ευθυνών δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η επαγγελματική εξουθένωση, οι εσωτερικές πιέσεις και οι εξωτερικοί κίνδυνοι υπονομεύουν την ίδια την ποιότητα και την αξιοπιστία του ελεγκτικού έργου.
Ένας ανώνυμος εργαζόμενος αποφάσισε να καταγράψει και να δημοσιοποιήσει την άλλη πλευρά της «επικοινωνιακής ΑΑΔΕ» που μέσα από μηνιαία ενημερωτικά δελτία προβάλλει διαρκώς τα «επιτεύγματα» της, επισημαίνοντας τη συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης, τόσα εκατομμύρια άλλωστε δαπανήθηκαν σε ιδιώτες για την ψηφιακή μεταρρύθμιση, ενώ την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι βιώνουν ψηφιακό μεσαίωνα εσωτερικά, εντατικοποίηση, πίεση και εργασιακή απαξίωση.
Η εικόνα της ευημερίας που παρουσιάζεται προς τα έξω δεν συμβαδίζει πάντα με την πραγματικότητα που βιώνεται μέσα τις υπηρεσίες.
Με εκτίμηση,
Ο ανώνυμος εργαζόμενος «εφοριακός» της ΑΑΔΕ
Σημειώσεις: